Ο Άγιος Νεομάρτυρας Γκεόργκι Σοφιανός γεννήθηκε από Βουλγάρους ευσεβείς γονείς τον Ντιμίταρ και τη Σάρα, στην κωμόπολη Κράτοβο της F.Y.R.O.M. Αφού έμαθε ανάγνωση και γραφή, ο ίδιος έμαθε και το επάγγελμα του χρυσοχόου. Όταν έμεινε χωρίς πατέρα, ο όμορφος και έξυπνος νέος αναγκάστηκε να διαφύγει στη μεγαλούπολη Σόφια, επειδή για τους Τούρκους ήταν πιο εύκολο στη μικρή πόλη να τον αναγκάσουν με τη βία να δεχθεί την δική τους πίστη και να τον εντάξουν στα στρατεύματα γενίτσαρων. Όμως και εκεί το ζηλόφθονο μάτι των Τούρκων σύντομα ανακάλυψε τα σπάνια προσόντα της εσωτερικής και της εξωτερικής του ομορφιάς και για το λόγο αυτό έστειλαν σ’ αυτόν έναν δικό τους γραφέα δήθεν με παραγγελία, αλλά στην ουσία ήθελαν να συζητήσει με τον ίδιο θέματα της πίστης. Ο Γκεόργκι παρόλο που ήταν μόλις 18 ετών, με τις δικές του έξυπνες ερωτήσεις και απαντήσεις, ανάγκασε τον επισκέπτη του να σιωπήσει ντροπιασμένο. Τότε ο Τούρκος επέστρεψε στους ανθρώπους που τον έστειλαν και είπε ότι ο Γκεόργκι είναι επικίνδυνος για τη μωαμεθανική θρησκεία και με τη βία πρέπει να δεχθεί το μωαμεθανισμό.
Έτσι ο καδής (ο δικαστής) φώναξε τον Γκεόργκι δήθεν για παραγγελία. Όταν τον είδε, ο ίδιος εντυπωσιάστηκε από την εξαιρετική του ομορφιά. Ξανά ξεκίνησε συζήτηση περί θεμάτων πίστης και ο νέος χριστιανός κατάφερε καλά αφενός να υπερασπίσει την θρησκεία του και αφετέρου αναμφισβήτητα να αποδείξει το σκότος του μωαμεθανισμού. Οι παρόντες Τούρκοι ένιωσαν παράφορο μίσος και οδήγησαν τον Γκεόργκι στη φυλακή. Ο ιερέας στο σπίτι του οποίου ο Αγ. Γκεόργκι έμεινε και στον οποίο εξομολογήθηκε, κατάφερε να τον συναντήσει για να τον εμπνεύσει να μην υποχωρήσει από την πίστη του. Όταν για δεύτερη και τελευταία φορά τον φώναξαν ενώπιον του δικαστηρίου, ο μάρτυρας υπερασπίστηκε τον εαυτό του με αποδεικτικά στοιχεία από τις δύο θρησκείες με τρόπο, που ο καδής δεν διαπίστωσε καμία ενοχή σ’ αυτόν, όμως δεν ήταν σε θέση να τον προστατεύσει από τους δικούς του εξοργισμένους ομόθρησκους και για το λόγο αυτό τον παρέδωσε στα χέρια τους. Τότε οι ίδιοι οδήγησαν τον Γκεόργκι στην πλατεία της πόλης, όπου άναψαν μεγάλη φωτιά και πέταξαν το μάρτυρα με δεμένα χέρια. Όταν τα σχοινιά κάηκαν και ελευθερώθηκαν τα χέρια του, ο Νεομάρτυρας Γκεόργκι άρχισε να κάνει τον σταυρό του και να προσεύχεται, όπως στο τέλος είπε «Κύριε Ιησού Χριστέ, στα χέρια Σου παραδίδω το πνεύμα μου!». Τότε ένας εξοργισμένος Τούρκος τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα ξύλο και ο νεομάρτυρας Γκεόργκι έπεσε νεκρός. Αυτά συνέβησαν την 11η Φεβρουαρίου 1515.
Όσο και να προσπάθησαν οι Τούρκοι να αποτεφρώσουν το σώμα του, δεν τα κατάφεραν: τα ξύλα καίγονταν, ενώ το σώμα του παρέμεινε ολόκληρο! Κατά την διάρκεια της νύκτας κάποιος από τους χριστιανούς μυστικά έφερε το σώμα του μάρτυρα στην αρχαία εκκλησία της Αγίας Μαρίνας (η ίδια εκκλησία βρισκόταν στο προαύλιο της σημερινής μητρόπολης της Σόφιας), όπου πραγματοποιήθηκε επίσημη κηδεία, αφού έλαβαν την καλοπροαίρετη άδεια του καδή. Ακολουθία κατάρτισε κάποιος ακόμη κατά τα αρχαία χρόνια, ενώ ο βίος του συντάχθηκε από τον ιερέα της Σόφιας «ιερέας Πέιου», το όνομα του οποίου έμεινε στην ακροστιχίδα του κανόνα και στο σπίτι του οποίου έμεινε ο Άγιος Γκεόργκι. Όπως βεβαιώνει ο Ματέι Γκραματίκ, ο οποίος είναι συγγραφέας του βίου του Αγίου Μάρτυρα Νικολάι Σοφιανό, μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, τα αγία λείψανα του μάρτυρα Γκεόργκι τοποθετήθηκαν σε μια από τις εκκλησίες της Σόφιας (ίσως στην ίδια εκκλησία «Αγ. Μαρίνα») για δημόσια λατρεία. Προς το παρόν δεν είναι γνωστό που βρίσκονται. Ένα μέρος των λειψάνων διατηρείται στο μοναστήρι της Παναγίας στην περιοχή Ντραγκαλέβτσι και άλλο μέρος στο μοναστήρι του Ρίλα.
© Αγιολόγια των αγίων. Εκδόσεις Ιεράς Συνόδου, Σόφια, 1991, με αναθεώρηση του Παρθενίου, επισκόπου Λεβκίισκι και του αρχιμανδρίτη και διδάκτωρ Αθανάσιι (Μπόντσεβ).